το φάντασμα του δάσους μέρος 2.
Ήτανε Κυριακή απόγευμα έξω φυσούσε αέρας χλοερός, ο κύριος Μπένη συνήθιζε να πηγαίνει στην πέτρινη εκκλησία του χωριού του και να κάθεται με τις ώρες,ποιός ξέρει τι σκεφτόταν.
Μπένη-Πήγε κιολάς έξι,πρέπει να πάω σπίτι είπε με μια φωνή αδύνατη.
Φωνή-Μπενήηηηηη ακούστηκε από το βάθος τους δάσους
Πρώτη φορά του συνέβαινε κατι τέτοιο αλλα δεν εδώσε σημασία
Μπένη-Μάλλον θα ναί απο την κούραση έιπε μέσα του...
Το δάσος ήταν παράξενο αλλιώτικο από άλλες φορές ίσως έφταιγε κι ο μήνας Οκτώβριος.Τα δέντρα πήγαιναν πέρα δώθε, παράξενοι θορύβοι ακούγονταν από τα βάθη τους δάσους.Τα φύλλα ασάλευτα χάμω κίτρινα ξεθωριασμένα κανείς δεν τους έδινε σημασία.
Ο Μπένη κίνησε για το μικρό ξύλινο σπιτάκι του όπου ήταν λίγα χιλίομέτρα πιο κάτω περίπου είκοσι λεπτά περπατητό.
Προχωρούσε με βήματα αργά και σταθερά, μια λεπτή ψιλή φιγούρα με άσπρα μαλλιά λιγάκι πιο δυνατός απο την μαγκούρα του.Ένα και δύο μετρόυσαν τα βήματα του, έκανε ένα βήμα αυτός δύο η μαγκούρα του.
Έφτασε σχεδον στα μισά του δρόμου και κάθισε στο παλιό ξεχασμένο ρολόι για να ξεκουραστεί.Τα ρολόγια ήταν συχνό φαινόμενο σε όλη την Σκωτία ακόμα και στις μεγαλουπόλεις.Το ρολόι όμως είχε σταματήσει από καιρό, μάλλον χρειαζόταν επιδιόρθωμα.
Ο Μπένη μονός κοιτούσε δεξιά και αριστερά σαν κάτι να έψαχνε ή κάτι να τον ακολουθούσε.
Μπένη- Πρέπει να φύγω πριν αρπάξω κανένα κρυολόγημα,κουχου κουχου κι αυτό το Φθινόπωρο
προβλέπεται πιο άσχημο ξεφώνησε με βαριά βραχνή φωνή.
Ο κύριος Μπένη αναπολούσε τις παλιές εποχές όπου το χωριό έσφιζε από ζωή και ευτυχία.Μικρά παιδιά να παίζουν στο παλιό ξεχασμένο ρολόι ακόμα κι ο μικρός Μάρκος και η μικρή Άννη τα δύο ξεχασμένα παιδιά του γυρνόφερναν συχνά εκει. Tότε τα μεγάλα πράσινα μάτια του βούρκωσαν αλλα ήξερε πως έπρεπε να πάει σπίτι όσο πιο γρήγορα μπορούσε, γιατι αν έμενε πολύ εκει ίσως να μην ξανάβλεπέ το φώς της μέρας.
Ένα δύο ξεκίνησε πρώτα η μαγκούρα του και μετά αυτός, το λεπτό σχισμένο του πουλόβερ που έιχε παλιώσει από το καιρό τον έδειχνε να φαίνεται ακόμα πιο γερασμένος και κουρασμένος από τα χρόνια.
Φυσούσε κι έβρεχε, ο κύριος Μπένη φαινόταν να μην αντέχει τα βήματα του όλο και μίκραιναν η μαγκούρα όλο και πήγαινε πιο αργά.Σκέφτηκε να κάνει μια ακόμα στάση στο παλιό και γνώριμο του φίλο Μακιαβέλλη.
Ο κύριος Μακιαβέλλης είχε περίπου την ίδια ηλικία με το κύριο Μπένη μόνο που δεν ήταν ολομόναχος ζούσε με την γυναίκα του την κυρία Μακιαβέλλη μια καλή καλοπροέραιτη καλόψυχη μα γριούλα πια.
Ο κύριος Μπένη πήγε προς την πόρτα αν και σκεφτόνταν να χτυπήσει κάτι παράξενο κι αλλόκοτο ένιωθε,αλλα τελικά αποφάσισε να το κάνει, μια και το κρύο τον έκανε σιγά σιγά, να υποχωρήσει.
Έκανε δυο βηματισμούς κι έφτασε στο κατώφλι,η παλιά γκρίζα πόρτα φαινόταν κάπως τρομαχτική, το σκουριασμένο πόμωλο έμοιαζε σαν ένα μικρό τερατάκι στα μεγάλα πρασινα μάτια του ακόμα και η κλειδαριά του φαινόταν παράξενη. Ο κύριος Μπένη κάπου πάλι χάθηκε βυθίστηκε στις σκέψεις του.
Το σπιτάκι ήταν κρυμμένο μέσα στο δάσος, παλιό και λιγάκι ξεχασμένο αν και δεν ήταν αυτό που υποδήλωνε η εικόνα του, απλά ο κύριος Μακιαβέλλη είχε πια παραγεράσει και το'χε αφήσει...
συνεχίζεται...
άγνωστοι στον κόσμο αυτό...
στην άκρη του μυαλού μου
πέφτω και σπάω μετωπικά
συγκρούομαι ξανα με φόρα
σε άγνωστη για μένα χώρα
εγώ δεν ανήκω εδώ
ανήκω σε άλλη γωνιά
σε άλλη γειτονιά
του νου μια πυρκαγιά
καίω τα άγνωστα γιατι
πουλάω την σιωπή
για λίγα ιδανικά
για λίγα τεχνητά
εγώ δεν είμαι αυτός
εγώ είμαι ένας άγνωστος
ληστής της ίδιας της κοινωνίας
εμπρηστής της φαντασίας
Αράχνη της αλήθειας,
είσαι μια συνήθεια
της τρομερής απάτης
αυτής της αυταπάτης.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου